Αμερικανικό εφετείο άνοιξε χθες Δευτέρα τον δρόμο για την απέλαση μεταναστών με καταγωγή από την Ονδούρα, το Νεπάλ και τη Νικαράγουα οι οποίοι είχαν λάβει καθεστώς προσωρινής προστασίας (TPS), γεγονός που τους επέτρεπε να ζουν στις ΗΠΑ.
Το TPS, που δημιουργήθηκε το 1990, εμποδίζει τις αμερικανικές αρχές να απελάσουν μετανάστες προς χώρες που θεωρούνται επικίνδυνες λόγω φυσικών καταστροφών, ένοπλων συγκρούσεων ή άλλων κρίσεων.
Η κυβέρνηση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει να καταργήσει τα περισσότερα τέτοια προγράμματα, προκειμένου να απελάσει εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες.
Ομοσπονδιακός δικαστής είχε ακυρώσει απόφαση της κυβέρνησης που αφορούσε τους πολίτες Ονδούρας, Νεπάλ και Νικαράγουας, όμως χθες εφετείο ανέτρεψε την απόφαση αυτή, ανοίγοντας τον δρόμο για απελάσεις.
«Αναστέλλεται η προηγούμενη απόφαση του δικαστηρίου που ακύρωνε το τέλος του TPS για τους πολίτες Νεπάλ, Ονδούρας και Νικαράγουας», απεφάνθη το εφετείο.
Αυτό το ειδικό καθεστώς έχει δοθεί σε περισσότερους από 51.000 μετανάστες από την Ονδούρα και 3.000 από τη Νικαράγουα που πήγαν στις ΗΠΑ, αφού ο τυφώνας Μιτς κατέστρεψε τις δύο χώρες της Λατινικής Αμερικής το 1998.
Επιπλέον περίπου 7.000 πολίτες Νεπάλ ζουν στις ΗΠΑ και προστατεύονται από το TPS μετά τον σεισμό που σημειώθηκε στη χώρα αυτή των Ιμαλαΐων το 2015.
Οι προηγούμενες αμερικανικές κυβερνήσεις ανανέωναν το καθεστώς TPS των μεταναστών, αλλά ο Τραμπ αποφάσισε να το καταργήσει.
Η υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας Κρίστι Νόεμ δήλωσε χθες ότι «το TPS δεν δημιουργήθηκε ποτέ για να είναι μόνιμο».
Εξήγησε επίσης ότι η κατάσταση στις χώρες αυτές έχει βελτιωθεί και οι πολίτες τους μπορούν να επιστρέψουν σε αυτές χωρίς να κινδυνεύουν.
Την προηγούμενη εβδομάδα ομοσπονδιακή δικαστής εμπόδισε απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να καταργήσει το καθεστώς TPS για 350.000 πολίτες Αϊτής που ζουν στις ΗΠΑ.
Οι πράκτορες της αστυνομίας μετανάστευσης μπορούν να συνεχίζουν να επιχειρούν φορώντας μάσκες
Οι πράκτορες της αμερικανικής ομοσπονδιακής αστυνομίας μετανάστευσης (ICE) μπορούν να συνεχίσουν να φορούν μάσκες στις επιχειρήσεις που διεξάγουν στην Καλιφόρνια, αποφάσισε χθες Δευτέρα ομοσπονδιακή δικαστής, επισημαίνοντας ωστόσο ότι τα μέλη της υπηρεσίας αυτής πρέπει να φέρουν διακριτικά που θα επιτρέπουν την αναγνώρισή τους.
Η δικάστρια Κριστίνα Σνάιντερ έκρινε ότι νόμος με την ονομασία «No Secret Police Act», που αναμένεται να τεθεί σε ισχύ προσεχώς προβαίνει σε «παράνομη» διάκριση σε βάρος «των ομοσπονδιακών πρακτόρων» καθώς έχει εφαρμογή μόνο σε αυτούς, εξαιρεί την τοπική και την πολιτειακή αστυνομία.
Η υπουργός Δικαιοσύνης της κυβέρνησης του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, η Παμ Μπόντι, πανηγύρισε τη «νίκη» μετά τη διαδικασία αυτή, που κινήθηκε από δικηγόρους της υπηρεσίας της.
«Θα συνεχίσουμε να δίνουμε μάχες και να νικάμε ενώπιον της δικαιοσύνης για (να υπερασπιστούμε) το πρόγραμμα του προέδρου Τραμπ για τον νόμο και την τάξη–και θα υποστηρίζουμε πάντα τους σπουδαίους ομοσπονδιακούς πράκτορές μας που είναι επιφορτισμένοι με την επιβολή του νόμου», ανέφερε η κ. Μπόντι μέσω X, πληκτρολογώντας τη λέξη «πάντα» με κεφαλαία γράμματα.
Η έδρα ωστόσο σημείωσε στην ετυμηγορία της πως η απόφασή της πως η απαγόρευση στους αστυνομικούς να καλύπτουν τα χαρακτηριστικά των προσώπων τους θα μπορούσε να είναι συνταγματική, αν επεκτεινόταν στις τοπικές και πολιτειακές δυνάμεις επιβολής της τάξης.
Ο συνεισηγητής του κειμένου Σκοτ Γουίνερ, μέλος της Γερουσίας της Καλιφόρνιας, διαβεβαίωσε αντιδρώντας ότι θα προχωρήσει «αμέσως» σε τροποποίηση του κειμένου ώστε να έχει εφαρμογή και στους τοπικούς αστυνομικούς.
Η δικάστρια Σνάιντερ εξάλλου διατήρησε σε ισχύ μέτρο που επιβάλλει στα μέλη της ICE να είναι αναγνωρίσιμα και να επιδεικνύουν τον αριθμό μητρώου σώματος.
«Η Καλιφόρνια θα συνεχίσει θα υπερασπίζεται τα αστικά δικαιώματα και τη δημοκρατία», σχολίασε μέσω X ο δημοκρατικός κυβερνήτης της πολιτείας Γκάβιν Νιούσομ, από πιο προβεβλημένους στα μέσα ενημέρωσης αντιπάλους του ρεπουμπλικάνου προέδρου Τραμπ.
Η χρήση μασκών από τους πάνοπλους αστυνομικούς της ICE, που δεν υπάρχει τρόπος να αναγνωριστούν, προκαλεί ολοένα εντονότερες αντιδράσεις στα αστικά κέντρα–με αποκλειστικά δημοκρατικούς δημάρχους ή κυβερνήτες–όπου έχουν πολλαπλασιαστεί οι έφοδοι κι οι επιχειρήσεις στο πλαίσιο της εκστρατείας της κυβέρνησης Τραμπ για την πάταξη της παράτυπης μετανάστευσης.






