Νέο «καμπανάκι» Στουρνάρα για άμεση ολοκλήρωση της αξιολόγησης

Η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της αξιολόγησης θέτει εν αμφιβόλω όλους ανεξαρτήτως τους στόχους για το 2017, αναπτυξιακούς δημοσιονομικούς και χρηματοπιστωτικούς, προειδοποιεί ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) Γιάννης Στουρνάρας μιλώντας στο συνέδριο του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής.

Ο ίδιος επεσήμανε ότι με την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος 2% στον Προϋπολογισμό του 2016 η χώρα έχει καλύψει το 90% της απόστασης που απαιτείται έως το 2018.

Αναφερόμενος στις προοπτικές ανάπτυξης ο διοικητής της ΤτΕ υπογράμμισε την αξία των ξένων άμεσων επενδύσεων καθώς, όπως είπε, πριν την κρίση οι επενδύσεις στην Ελλάδα ήταν 24% του ΑΕΠ, σήμερα κυμαίνονται γύρω στο 11%.

Για την επίτευξη του νέου αναπτυξιακού προτύπου με την ανάδειξη κλάδων ως μοχλών οικονομικής ανάπτυξης αλλά και την προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων, είναι απαραίτητη προϋπόθεση η δημιουργία ενός κατάλληλου πλαισίου επιχειρηματικότητας.

Όπως συμπλήρωσε «για τη δημιουργία του πλαισίου αυτού έχουν ήδη γίνει σημαντικά βήματα. Οι μεταρρυθμίσεις που υλοποιήθηκαν κατά την περίοδο της κρίσης αναμένεται να ενισχύσουν το αναπτυξιακό δυναμικό της ελληνικής οικονομίας μεσο-μακροπρόθεσμα».

Ο ίδιος δεν παρέλειψε να σημειώσει ότι «καθώς η οικονομία επανέρχεται σε τροχιά ανάπτυξης, η αύξηση της απασχόλησης και της παραγωγικότητας θα είναι υψηλότερη σε σχέση με την περίπτωση που δεν θα είχε γίνει καμία μεταρρύθμιση. Ήδη, παρατηρείται αύξηση της απασχόλησης κατά περίπου 2% ετησίως τα τελευταία τρία χρόνια, ενώ η οικονομική δραστηριότητα σε όρους πραγματικού ΑΕΠ παραμένει ουσιαστικά στάσιμη».

H Ομιλία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα στο συνέδριο με θέμα «Κρίση – Μεταρρυθμίσεις – Ανάπτυξη» που οργανώνει το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή

Πολλές από τις κακοδαιμονίες που αντιμετωπίζει η Ελλάδα σήμερα έχουν τη ρίζα τους στη διαχρονική σχέση των δύο βασικών εννοιών «μεταρρυθμίσεις» και «ανάπτυξη». Η ανάπτυξη, που στο παρελθόν ήταν εσωστρεφής, στηρίχθηκε σε υπερβολικό δανεισμό και όχι σε μεταρρυθμίσεις. Ανάπτυξη που δεν μπορεί να επιτευχθεί στο μέλλον, χωρίς εξωστρέφεια, βιωσιμότητα χρέους και μεταρρυθμίσεις στο παρόν.

Είμαστε επτά χρόνια σε πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής και υπάρχει συχνά η πεποίθηση ότι η προσαρμογή είναι συνώνυμη των μέτρων λιτότητας. Όμως, πέρα από τα μέτρα που ελήφθησαν για να διορθωθούν τα πρωτοφανή δίδυμα ελλείμματα, τα οποία ευθύνονται για την ελληνική κρίση, γίνεται παράλληλα μεγάλη προσπάθεια μεταρρύθμισης της ελληνικής οικονομίας, ώστε να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά μιας σύγχρονης οικονομίας και, βασιζόμενη στα ισχυρά συγκριτικά της πλεονεκτήματα, να μπορέσει να εξασφαλίσει βιώσιμη ανάπτυξη.

**

Η αναδιάρθρωση της οικονομίας έχει ξεκινήσει

Παρά τα λάθη και τις οπισθοδρομήσεις, παρά το σημαντικό οικονομικό και κοινωνικό κόστος της κρίσης, η Ελλάδα έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο τα τελευταία επτά χρόνια, όσον αφορά την προσαρμογή των δημοσιονομικών και εξωτερικών ανισορροπιών της, και έχει εφαρμόσει ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις. Αυτά μας επιτρέπουν να ατενίζουμε το μέλλον με μεγαλύτερη αισιοδοξία. Συγκεκριμένα, έχει επιτευχθεί:

• Πρωτοφανής δημοσιονομική προσαρμογή. Την περίοδο μάλιστα 2013-2016, το πρωτογενές έλλειμμα εξαλείφθηκε και καταγράφηκαν πρωτογενή πλεονάσματα της γενικής κυβέρνησης για πρώτη φορά από το 2001. Με το πρωτογενές αποτέλεσμα της γενικής κυβέρνησης να ξεπερνά το 2% του ΑΕΠ το 2016, έχει πλέον καλυφθεί περισσότερο από το 90% της απόστασης από την αρχή της κρίσης μέχρι την επίτευξη του τελικού δημοσιονομικού στόχου το 2018.

• Πλήρης ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας σε όρους μοναδιαίου κόστους εργασίας, από τις μεγάλες απώλειες που καταγράφηκαν την περίοδο 2000-2009.

• Εξάλειψη του ελλείμματος του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών, που το 2008 είχε ξεπεράσει το 15% του ΑΕΠ.

• Σημαντικές μεταρρυθμίσεις κυρίως στην αγορά εργασίας και στην αγορά προϊόντων καθώς και στη δημόσια διοίκηση, με εμφανή θετικά αποτελέσματα στην αύξηση της απασχόλησης σε σχέση με τη μεταβολή του ΑΕΠ.

• Ανακεφαλαιοποίηση και αναδιάρθρωση του τραπεζικού τομέα, με αποτέλεσμα να αντεπεξέλθει με επιτυχία στην κρίση, έχοντας σήμερα επαρκή κεφάλαια, προβλέψεις και εξασφαλίσεις, τα οποία αποτελούν αναγκαίες (αλλά όχι και επαρκείς) προϋποθέσεις για την αντιμετώπιση του μείζονος προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Ως αποτέλεσμα της εξισορρόπησης των μεγάλων ελλειμμάτων και των μεταρρυθμίσεων που έχουν έως τώρα γίνει, διαφαίνεται ήδη αναδιάρθρωση της οικονομίας στην κατεύθυνση ενός νέου, βιώσιμου, εξωστρεφούς αναπτυξιακού προτύπου, που βασίζεται στους τομείς των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών και στην αύξηση του μεριδίου των εξαγωγών στο ΑΕΠ. Συγκεκριμένα, το σχετικό μέγεθος των διεθνώς εμπορεύσιμων κλάδων αυξήθηκε κατά 12% περίπου, την περίοδο 2010-2015 σε όρους όγκου και κατά 24% περίπου σε ονομαστικούς όρους, ενώ σε όρους απασχόλησης αυξήθηκε κατά 8% περίπου. Αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι οι τομείς των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών που έχουν εξαγωγικό χαρακτήρα βασίζονται σε μικρότερο βαθμό στην εγχώρια ζήτηση και επομένως ήταν πιο ανθεκτικοί στην πτώση της.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι αυξήθηκε το μερίδιο των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών στο ΑΕΠ από περίπου 19% το 2009 σε 30% το 2016.

**

Πρέπει όμως να γίνουν πολλά ακόμα

Παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια και την ανάκτηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας σε όρους κόστους εργασίας, οι εξαγωγές αγαθών υπολείπονται του επιπέδου που θα αναμενόταν με βάση τις ιστορικές συσχετίσεις μεταξύ των μεγεθών. Αυτό μπορεί σε μεγάλο βαθμό να αποδοθεί στην έλλειψη επαρκούς χρηματοδότησης, στο υψηλότερο κόστος μακροπρόθεσμου δανεισμού, στην αυξημένη αβεβαιότητα, καθώς και στο ότι οι μεταρρυθμίσεις στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών και στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και της δικαιοσύνης έχουν καθυστερήσει σε σχέση με τις μεταρρυθμίσεις που έχουν ήδη γίνει στην αγορά εργασίας.

Για να επαληθευθούν οι θετικές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας για το 2017 και μετά, απαιτείται η άμεση ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης, η οποία έχει καθυστερήσει περισσότερο από ένα έτος. Η καθυστέρηση αυτή δημιουργεί αβεβαιότητα, που έχει αρχίσει εδώ και μήνες να επιδρά δυσμενώς σε όλους τους δείκτες της οικονομίας, θέτοντας εν αμφιβόλω όλους ανεξαιρέτως τους στόχους του τρέχοντος έτους, αναπτυξιακούς, δημοσιονομικούς, χρηματοπιστωτικούς.

Μετά την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης, ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στα ακόλουθα:

1ον Άρση των εμποδίων που υπάρχουν ακόμη και για τις ιδιωτικοποιήσεις που έχουν ήδη εγκριθεί και περαιτέρω προώθηση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης της ακίνητης δημόσιας περιουσίας, μέσω των κατάλληλων χρήσεων γης.

2ον Αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων, το οποίο αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και την ελληνική οικονομία, με έμφαση στην αποπληρωμή των δανείων των λεγόμενων «στρατηγικών κακοπληρωτών». Αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε εξέλιξη πρωτοβουλίες για την καθιέρωση ενός πλαισίου διευθέτησης του ιδιωτικού χρέους, που θα χαρακτηρίζεται από ταχύτερες και αποτελεσματικότερες διαδικασίες. Αυτές οι πρωτοβουλίες περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων:

• Τη δημιουργία δευτερογενούς αγοράς μη εξυπηρετούμενων δανείων.

• Την αναθεώρηση του Κώδικα Δεοντολογίας των τραπεζών, με σκοπό τη διαφάνεια, αποτελεσματικότητα και, όπου ενδείκνυται, ευελιξία στην αντιμετώπιση των συνεργάσιμων δανειοληπτών, που δυσκολεύονται να εξυπηρετήσουν το χρέος τους.

• Μια σειρά από στόχους και βασικούς δείκτες επιδόσεων, με σκοπό τη μείωση του συνόλου των μη εξυπηρετούμενων δανείων κατά 38% (ή περίπου 40 δισεκ. ευρώ) μέχρι το τέλος του 2019.

Πέρα από τις δράσεις που έχουν ήδη θεσμοθετηθεί, προβλέπονται να θεσμοθετηθούν άμεσα και οι ακόλουθες:

• Εισαγωγή πλαισίου για την εξωδικαστική διευθέτηση οφειλών, ώστε να διασφαλίζεται ταχεία, αποτελεσματική και διαφανής αντιμετώπιση για τα χρέη προς τον ιδιωτικό αλλά και το δημόσιο τομέα.
• Τροποποίηση της νομοθεσίας για ζητήματα που σχετίζονται με:

– τη φορολογική μεταχείριση των προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο και των διαγραφών δανείων,

– τα δικαιώματα των πιστωτών έναντι των μη συνεργαζόμενων μετόχων, κατά την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων,

– τη νομική προστασία των στελεχών των τραπεζών και δημόσιων φορέων, κατά την αναδιάρθρωση δανείων και την εξυγίανση επιχειρήσεων,

– τη διαμόρφωση ασφαλούς και αποτελεσματικού πλαισίου αντιμετώπισης κοινών οφειλετών σε περισσότερες από μία τράπεζες, και

– τη διαμόρφωση ηλεκτρονικού συστήματος πλειστηριασμών.

Η διαφαινόμενη ήδη συνεργασία τραπεζών με διεθνή επενδυτικά σχήματα για πιο ενεργητική πολιτική διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, σε συνδυασμό με την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων που έχουν νομοθετηθεί και την αντιμετώπιση των επιμέρους θεσμικών εμποδίων που έχουν εντοπιστεί, αναμένεται να βελτιώσουν την ποιότητα του ενεργητικού, την κερδοφορία και τη ρευστότητα του τραπεζικού συστήματος. Στο ίδιο πλαίσιο και μέσω της ίδιας διαδικασίας, αναδιαρθρώνονται και πολλές βιώσιμες επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα. Αυτό θα οδηγήσει στην ενίσχυση της χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας, συμβάλλοντας στην επιβίωση παλαιών επιχειρήσεων, που είναι μεν υγιείς αλλά αντιμετωπίζουν πρόβλημα ρευστότητας, στη δημιουργία νέων, στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, στην προσέλκυση επενδύσεων και, εν γένει, στην οικονομική ανάπτυξη. Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι το νέο, εξωστρεφές αναπτυξιακό πρότυπο περνά μέσα από την επιτυχή αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

3ον Αντιμετώπιση του προβλήματος του υψηλού δημόσιου χρέους και ρεαλιστική αναπροσαρμογή των δημοσιονομικών στόχων. Η υλοποίηση των βραχυπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης του χρέους στο πλαίσιο των αποφάσεων του Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου 2016 είναι ένα θετικό βήμα, καθώς τα μέτρα αυτά αναμένεται να μειώσουν το δημόσιο χρέος, έως το 2060 κατά 20 περίπου ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ καθώς και τις ετήσιες ακαθάριστες δανειακές ανάγκες του Ελληνικού Δημοσίου χρέος κατά 5 περίπου ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Ωστόσο, η διασφάλιση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους απαιτεί την ανάληψη πρόσθετων μεσο-μακροπρόθεσμων μέτρων.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, που έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί, είναι συμβατή η βιωσιμότητα του χρέους με τη μείωση του δημοσιονομικού στόχου μετά το 2020 σε πρωτογενές πλεόνασμα 2,0% του ΑΕΠ (από 3,5%), εάν συνδυαστεί με ήπια μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, όπως για παράδειγμα με επιμήκυνση της μέσης σταθμισμένης περιόδου αποπληρωμής των τόκων του EFSF κατά 8,5 χρόνια. Τα χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα, σε συνδυασμό με την υλοποίηση των συμφωνηθεισών μεταρρυθμίσεων, τις ιδιωτικοποιήσεις και τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους θα συμβάλουν στην παγίωση της εμπιστοσύνης και στην ενίσχυση της οικονομικής ανάκαμψης και θα διευκολύνουν τη διατηρήσιμη επιστροφή στις χρηματοπιστωτικές αγορές μετά τη λήξη του προγράμματος.

4ον Αλλαγή στο μίγμα της δημοσιονομικής προσαρμογής, ώστε να καταστεί πιο φιλικό προς την επιχειρηματικότητα και την ανάπτυξη. Κάτι τέτοιο μπορεί να επιτευχθεί με: (α) επανεξέταση όλων των δημοσίων δαπανών με σκοπό την επαναστόχευσή τους, την ενίσχυση των ποικίλων μηχανισμών κινήτρων που εμπεριέχονται σε αυτές και τελικά τη μείωσή τους, (β) την αξιολόγηση των δομών του Δημοσίου και των δημόσιων οργανισμών, (γ) την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας και (δ) τη μείωση των φορολογικών συντελεστών και των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης.

5ον Αντιμετώπιση του προβλήματος της μακροχρόνιας ανεργίας. Οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης και τα προγράμματα κατάρτισης καθώς και η αντιμετώπιση της αδήλωτης εργασίας θα συμβάλουν στη μείωση της ανεργίας, επενεργώντας θετικά και στα έσοδα από ασφαλιστικές εισφορές.

**

Από πού θα έρθει η ανάπτυξη;

Η πραγματική οικονομία όμως έχει πληγεί από την κρίση και η επιστροφή στο παλιό εσωστρεφές μοντέλο όπου η ανάπτυξη ήταν εξαρτώμενη από την εγχώρια ζήτηση, κυρίως την κατανάλωση, η οποία χρηματοδοτήθηκε από εξωτερικό δανεισμό, είναι ανέφικτη. Το ερώτημα λοιπόν που ανακύπτει είναι ποιο μπορεί να είναι το νέο αναπτυξιακό υπόδειγμα για την Ελλάδα. Η σημασία του ερωτήματος αναζωπυρώθηκε τα τελευταία χρόνια, αφού η ανάγκη ενός νέου αναπτυξιακού πρότυπου είναι πιο έντονη από ποτέ.

Κλάδοι – Μοχλοί Ανάπτυξης

Υπάρχει λίγο ή πολύ σύγκλιση στη πρόσφατη βιβλιογραφία (1) σχετικά με τους τομείς στους οποίους η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να βασιστεί για την επίτευξη βιώσιμης ανάπτυξης. Οι κλάδοι αυτοί αναδεικνύονται συνήθως ως μοχλοί ανάπτυξης βάσει: (1) της τωρινής τους συμμετοχής στο παραγόμενο προϊόν, τις εξαγωγές και την υποκατάσταση εισαγωγών της χώρας, (2) των πόρων που είναι σχετικά επαρκείς εγχωρίως καθώς και (3) των διαφαινόμενων συνθηκών διεθνούς ζήτησης. Ταυτόχρονα όμως πρέπει να αποτελούν ρεαλιστική επιλογή, δεδομένης της διεθνούς κατάταξης της οικονομίας. Η Ελλάδα κατατάσσεται σήμερα σε μια μεσαία ζώνη, διότι, αφενός στο κάτω όριο δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τις χώρες με σημαντικό πλεονέκτημα κόστους εργασίας, αφετέρου στο πάνω όριο δεν μπορεί να ανταγωνιστεί χώρες που η παραγωγή τους συνδέεται κυρίως με την κορυφή της πυραμίδας της καινοτομίας. Έτσι, οι περισσότεροι μελετητές συμφωνούν στους κλάδους στους οποίους η Ελλάδα έχει δυναμικό συγκριτικό πλεονέκτημα. Οι κλάδοι αυτοί συνάδουν με τα κλασικά συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας, παράλληλα όμως είναι δεκτικοί καινοτομιών που είναι συνεπείς με τις τεχνολογικές δυνατότητες της Ελλάδας, και είναι:

• Πρωτογενής τομέας (Γεωργία, Κτηνοτροφία, Αλιεία)
• Μεταποίηση
• Ενέργεια
• Μεταφορές
• Περιβαλλοντική Βιομηχανία
• Πληροφορική και Επικοινωνίες
• Τουρισμός
• Ποντοπόρος Ναυτιλία
• Υγεία

Συχνά διαφοροποιούνται οι υπο-κλάδοι που δίνεται η έμφαση ή ακόμα εντοπίζονται μικροί υπο-κλάδοι, εκτός των κλάδων που αναφέρονται παραπάνω, που διαθέτουν σημαντική δυναμική διεισδυτικότητας στις διεθνείς αγορές. Επίσης, είναι έντονη και η συμπληρωματικότητα μεταξύ των κλάδων. Χαρακτηριστικά, στην περίπτωση της ναυτιλίας είναι ιδιαίτερα σημαντική η έμμεση προστιθέμενη αξία, δηλαδή η επίδρασή της σε άλλους κλάδους σχετικούς με αυτήν (π.χ. στη ναυπηγοεπισκευαστική δραστηριότητα ή σε υπηρεσίες όπως νηογνώμονες, ναυτασφαλιστές, δικηγορικά γραφεία, ναυτιλιακοί πράκτορες, εφοδιασμός πλοίων κ.α. Επίσης σημαντικές συνέργειες μπορούν να υπάρξουν μεταξύ Τουρισμού και Υγείας (Ιατρικός Τουρισμός).

Μια σημαντική επισήμανση έχει να κάνει με το χρονικό ορίζοντα εντός του οποίου μπορεί κάθε κλάδος να συνεισφέρει στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Τομείς εντάσεως εργασίας (π.χ. τουρισμός, πρωτογενής παραγωγή, μεταποίηση) μπορούν να αυξήσουν το παραγόμενο προϊόν τους πιο άμεσα, δεδομένου ότι, λόγω της κρίσης, υπάρχει σημαντικό αναξιοποίητο παραγωγικό δυναμικό. Επιπρόσθετα, τομείς, στους οποίους ήδη παρατηρείται συγκριτικό πλεονέκτημα, μπορούν να δημιουργήσουν γρηγορότερα έναν ενάρετο κύκλο μεταξύ ιδιωτικής κατανάλωσης και επενδύσεων και να βοηθήσουν την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας. Σε βάθος χρόνου όμως η έμφαση πρέπει να δοθεί στην καινοτομία και στον μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας σε «οικονομία της γνώσης». Η Ελλάδα το 2013 βρισκόταν στην 19η θέση στην κατάταξη καινοτομίας ανάμεσα στις 28 χώρες της ΕΕ, ανήκει δηλαδή στους λεγόμενους «moderate innovators». Είναι δηλαδή λίγες σήμερα οι ελληνικές επιχειρήσεις που βρίσκονται στο τεχνολογικό όριο (κυρίως από τον τομέα των υπηρεσιών) και οι οποίες μπορούν να αναλάβουν την προσαρμογή των τεχνολογιών αιχμής στις ιδιαιτερότητες της χώρας, οπότε και είναι πιο εύκολο στη συνέχεια να τις υιοθετήσουν και οι επιχειρήσεις ουραγοί. Μεσοπρόθεσμος και, κυρίως, μακροχρόνιος στόχος πρέπει να είναι η μετατόπιση της χώρας προς κλάδους που χρησιμοποιούν με μεγαλύτερη ένταση την καινοτομία και τις τεχνολογίες αιχμής. Στόχος δηλαδή πρέπει να είναι η άνοδος των ελληνικών επιχειρήσεων στην αλυσίδα προστιθέμενης αξίας της παραγωγής, ώστε σταδιακά η οικονομία να μετακινηθεί εγγύτερα προς το τεχνολογικό όριο. Αυτό είναι εφικτό, επειδή η Ελλάδα διαθέτει, σύμφωνα με τις διεθνείς μετρήσεις, υψηλού επιπέδου ανθρώπινο κεφάλαιο.

Ανθρώπινο κεφάλαιο

Σημαντική παράμετρος της αναπτυξιακής προοπτικής κάθε χώρας είναι το ανθρώπινο κεφάλαιό της. Η Ελλάδα διαθέτει ένα σημαντικό αριθμό αξιόλογων, διεθνώς αναγνωρισμένων επιστημόνων. Επίσης, σημαντικός αριθμός Ελλήνων επιστημόνων δραστηριοποιείται στο εξωτερικό. Αυτός ο πλούτος για τη χώρα δεν έχει αξιοποιηθεί για δεκαετίες. Η Ελλάδα θα μπορούσε να αποτελέσει έναν αξιόλογο κόμβο τεχνολογίας (technology hub) με οικονομία βασισμένη στη γνώση και στην καινοτομία. Στις ανεπτυγμένες οικονομίες τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα είναι η αιχμή του δόρατος της παραγωγικής τους βάσης. Τα καινοτόμα προϊόντα και οι υπηρεσίες που αυτά ανακαλύπτουν βρίσκουν διέξοδο στην εμπορική εκμετάλλευσή τους. Εδώ λείπει, με λίγες εξαιρέσεις, η νοοτροπία της καινοτόμου δραστηριότητας στις επιχειρήσεις. Η επιστημονική έρευνα απαιτεί σοβαρή και διαρκή χρηματοδότηση, αξιοκρατία, εξωστρέφεια, συνεργασία δηλαδή με την επιστημονική κοινότητα. Η Πολιτεία οφείλει να άρει τους περιορισμούς που εμποδίζουν τα πανεπιστήμια να επωφεληθούν από την παραγόμενη σε αυτά καινοτομία και να επιδιώξουν από μόνα τους την εύρεση πόρων από τον ιδιωτικό τομέα. Απαιτείται επίσης από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις νοοτροπία του επιχειρηματικού ρίσκου, της επένδυσης σε καινοτόμες δραστηριότητες, που θα αποφέρουν κέρδος σε βάθος χρόνου. Ο ιδιωτικός τομέας οφείλει να εμπιστευτεί το καινοτόμο ταλέντο των νέων Ελλήνων επιστημόνων.

Άμεσες ξένες επενδύσεις

Στο περιβάλλον χρονίζουσας χαμηλής εγχώριας αποταμίευσης, η οποία δεν είναι από μόνη της αρκετή να χρηματοδοτήσει ένα ικανοποιητικό επίπεδο επενδύσεων και συνεπώς να στηρίξει ταχεία ανάπτυξη, πρέπει να προστεθεί και η μείωση των επενδύσεων: Πριν την κρίση οι επενδύσεις στην Ελλάδα ήταν 24% του ΑΕΠ, σήμερα κυμαίνονται γύρω στο 11%. Γι αυτό πρέπει να δοθεί έμφαση στην προσέλκυση ξένων κεφαλαίων για επενδύσεις. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις συνεπάγονται επίσης σημαντικά πρόσθετα οφέλη για την ελληνική οικονομία: εισαγωγή νέων τεχνολογιών και προώθηση της καινοτομίας, αναβάθμιση του αποθέματος κεφαλαίου (υλικού και ανθρώπινου), ανάπτυξη νέων κλάδων και προϊόντων υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, ιδιαίτερα στον τομέα των εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, ενίσχυση του ανταγωνισμού και δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.

Ειδικότερα, οι άμεσες ξένες επενδύσεις που επιδιώκουν να αυξήσουν τις εξαγωγές συνιστούν γρήγορο και αποτελεσματικό μέσο για την αναδιάρθρωση του εγχώριου παραγωγικού προτύπου. Η ενσωμάτωση των ελληνικών επιχειρήσεων σε παγκόσμιες αλυσίδες αξίας, η μεταφορά τεχνογνωσίας και πληροφοριών για τις εξωτερικές αγορές, καθώς και η αξιοποίηση πιο σύγχρονων παραγωγικών διαδικασιών ανάλογων με εκείνες που χρησιμοποιούν ξένοι ανταγωνιστές με στόχο τη στροφή προς πιο σύνθετα προϊόντα, βελτιώνουν την παραγωγικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων και κατ’ επέκταση τον εξαγωγικό δυναμισμό τους.

**

Ο ρόλος των μεταρρυθμίσεων στην ανάπτυξη

Για την επίτευξη του νέου αναπτυξιακού προτύπου με την ανάδειξη κλάδων ως μοχλών οικονομικής ανάπτυξης αλλά και την προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων, είναι απαραίτητη προϋπόθεση η δημιουργία ενός κατάλληλου πλαισίου επιχειρηματικότητας. Το πλαίσιο πρέπει να διευκολύνει τις επιχειρηματικές αποφάσεις και ιδιαίτερα τις επενδύσεις, ενώ θα εξασφαλίζει ταυτόχρονα συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού. O ρόλος του κράτους έγκειται ακριβώς στη δημιουργία αυτού του πλαισίου. Απαιτείται προσεκτικός και στοχευμένος σχεδιασμός των μεταρρυθμίσεων, ώστε να δημιουργούνται τα σωστά κίνητρα για τον ιδιωτικό τομέα και να αποφευχθούν προβλήματα και στρεβλώσεις που παρατηρήθηκαν στο παρελθόν.

Άλλωστε, η ποιότητα των «θεσμών» θεωρείται ένας από τους βασικότερους παράγοντες που επηρεάζουν τις προοπτικές ανάπτυξης μίας οικονομίας. Έτσι, ακόμα και αν εξαφανίζονταν τα προβλήματα που σχετίζονται με πιο συγκυριακά χαρακτηριστικά (π.χ. στασιμότητα, μη φιλικό ως προς την ανάπτυξη μίγμα δημοσιονομικής πολιτικής), η αντιμετώπιση των γενεσιουργών αιτιών της κρίσης (που ενδεχομένως ιστορικά πάνε πολύ πίσω στο στρεβλό τρόπο συγκρότησης του Ελληνικού κράτους) θα εξακολουθούσε να είναι καθοριστικής σημασίας.

Για τη δημιουργία του πλαισίου αυτού έχουν ήδη γίνει σημαντικά βήματα. Οι μεταρρυθμίσεις που υλοποιήθηκαν κατά την περίοδο της κρίσης αναμένεται να ενισχύσουν το αναπτυξιακό δυναμικό της ελληνικής οικονομίας μεσο-μακροπρόθεσμα. Έτσι, καθώς η οικονομία επανέρχεται σε τροχιά ανάπτυξης, η αύξηση της απασχόλησης και της παραγωγικότητας θα είναι υψηλότερη σε σχέση με την περίπτωση που δεν θα είχε γίνει καμία μεταρρύθμιση.

Ήδη, παρατηρείται αύξηση της απασχόλησης κατά περίπου 2% ετησίως τα τελευταία τρία χρόνια, ενώ η οικονομική δραστηριότητα σε όρους πραγματικού ΑΕΠ παραμένει ουσιαστικά στάσιμη. Αυτό οφείλεται στις μεταρρυθμίσεις που επέτρεψαν μεγαλύτερη ευελιξία στη διαδικασία προσδιορισμού των μισθών και στην αναθεώρηση της νομοθεσίας προστασίας της απασχόλησης. Οι δύο αυτοί παράγοντες αύξησαν την ελαστικότητα της απασχόλησης ως προς το ΑΕΠ.

Η ευελιξία στην αγορά εργασίας διευκολύνει τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας στις επιχειρήσεις και πρέπει να διασφαλιστεί για δυο λόγους: Πρώτον, για να επιτρέψει στην οικονομία να επανέλθει σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης, η οποία, σε μια οικονομία έντασης εργασίας όπως η ελληνική, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αύξηση της απασχόλησης. Δεύτερον, για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της υψηλής ανεργίας και ιδιαίτερα της δομικής ανεργίας, η οποία σχετίζεται με την συρρίκνωση παραδοσιακά ισχυρών κλάδων της οικονομίας όπως οι κατασκευές, το λιανικό εμπόριο κ.ά. Το πρόβλημα αυτό μπορεί να λυθεί μακροχρόνια μόνο με απορρόφηση του αναξιοποίητου εργατικού δυναμικού από νέους δυναμικούς κλάδους, το οποίο απαιτεί αφενός επιμόρφωση του ανθρώπινου δυναμικού και αφετέρου ευελιξία στην αγορά εργασίας.

Τα συνολικά οφέλη από τις μεταρρυθμίσεις θα είναι σημαντικά για την οικονομία. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ οι μεταρρυθμίσεις που ήδη θεσπίστηκαν και εφαρμόζονται, μαζί με τις υπόλοιπες μεταρρυθμίσεις που προβλέπονται στο πρόγραμμα, αναμένεται να έχουν, ceteris paribus, συνολική αυξητική επίδραση στο πραγματικό ΑΕΠ περίπου 13% εντός μιας δεκαετίας. Ωστόσο, αυτή η εκτίμηση είναι ένα ελάχιστο επίπεδο, με την έννοια ότι δεν μπορούν εύκολα να ποσοτικοποιηθούν άλλες μεταρρυθμίσεις, π.χ. η βελτίωση του δικαστικού συστήματος, η αναμόρφωση του πτωχευτικού δικαίου, ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης και η αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Από αναλύσεις των υπηρεσιών της Τράπεζας της Ελλάδος προκύπτουν ανάλογες εκτιμήσεις, και η κυριότερη επίδραση προέρχεται από την ταχύτερη άνοδο της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής. Ειδικότερα:

• Οι διαρθρωτικές αλλαγές στην αγορά εργασίας που οδηγούν σε μια μείωση του μισθολογικού κόστους των επιχειρήσεων σε μόνιμη βάση κατά 10%, αναμένεται σε ορίζοντα δεκαετίας να οδηγήσουν σε αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 4,5% και σε αύξηση της απασχόλησης και των ιδιωτικών επενδύσεων κατά 3% και 4,5% αντίστοιχα.

• Η αύξηση του ανταγωνισμού στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, μέσω της άρσης ρυθμιστικών εμποδίων στην είσοδο νέων επιχειρήσεων και στη λειτουργία τους, οδηγεί σε μειώσεις του περιθωρίου κέρδους των επιχειρήσεων. Mια μείωση του περιθωρίου κέρδους των μη εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών σε μόνιμη βάση κατά 10%, αναμένεται σε ορίζοντα δεκαετίας να οδηγήσει σε αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 4% και σε αύξηση της απασχόλησης και των πραγματικών επενδύσεων κατά 3,7% και 7% αντίστοιχα.

Είναι βεβαίως αντιληπτό πως, όσον αφορά τα κόστη και οφέλη των μεταρρυθμίσεων, υπάρχει ένα βασικό πρόβλημα χρονικής ασυνέπειας. Δηλαδή, ενώ συνήθως το όποιο κόστος είναι άμεσο, το όφελος είναι μακροχρόνιο. Έτσι, ο ορίζοντας απόδοσης των μεταρρυθμίσεων υπερβαίνει συνήθως τον πολιτικό ορίζοντα μιας κυβέρνησης. Αυτό είναι ένα σημαντικό αντικίνητρο για μεταρρυθμίσεις διεθνώς και διαδραμάτισε σοβαρό ρόλο και στην Ελλάδα τα τελευταία έτη. Αυτό εξηγεί επίσης και γιατί κάποιες μεταρρυθμίσεις, ενώ νομοθετήθηκαν, δεν υλοποιήθηκαν. Επιπλέον, το κόστος αφορά λίγους και το όφελος πολλούς. Οι λίγοι που ενδεχομένως χάνουν άμεσα από μια μεταρρύθμιση εναντιώνονται και παρεμβαίνουν με σφοδρότητα στο δημόσιο διάλογο, ενώ οι πολλοί που ωφελούνται δεν την υπερασπίζονται με την ίδια θέρμη. Και αυτές οι αντίθετες δυνάμεις εξηγούν την αδράνεια του status quo. Όμως, η μεταρρυθμιστική προσπάθεια πρέπει να συνεχιστεί πέρα από τις αγορές εργασίας, αγαθών και υπηρεσιών, σε όλους τους τομείς της δημόσιας διοίκησης (περιλαμβανομένης της φορολογικής διοίκησης και του δικαστικού συστήματος), στην αγορά ενέργειας, στα επαγγέλματα που ακόμα παραμένουν ουσιαστικά σε καθεστώς προστασίας, στους τομείς ανθρώπινων πόρων και κοινωνικής προστασίας, και στο χώρο των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ιδιαίτερα αυτών που ανήκουν σε στρατηγικούς κακοπληρωτές.

**

Κλείνοντας, πιστεύω ότι, με βάση τα παραπάνω, μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί ότι η ελληνική οικονομία έχει σήμερα τις δυνατότητες να περάσει, σχετικά σύντομα, σε μια νέα αναπτυξιακή φάση. Η κληρονομιά των μεταρρυθμίσεων που έχουν ήδη υλοποιηθεί είναι πλούσια. Η πολιτική και κοινωνική συνειδητοποίηση ότι η ελληνική οικονομία δεν μπορεί να επιστρέψει ούτε στην υπερχρέωση, ούτε στην αμεριμνησία της προ-μνημονίων περιόδου είναι πια καθολική. Η συνέπεια και η επιμονή στη μεταρρυθμιστική ατζέντα είναι μονόδρομος.

(1) McKinsey (2012), ΙΟΒΕ (2013), ΚΕΠΕ (2013), διαΝΕΟσις (2016)