Πρωτογενές πλεόνασμα 3,82% στον προϋπολογισμό του 2018

Πρωτογενές πλεόνασμα 3,82% του ΑΕΠ και ρυθμό ανάπτυξης 2,5% για το 2018 θα προβλέπει, ο νέος προυπολογισμός. Ο προυπολογισμός του 2018 κατατέθηκε την Τρίτη 21/11/2017 να Βουλή και προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα για το επόμενο έτος υψηλότερο τόσο απο τις προβλέψεις του προσχεδίου που είχε κατατεθεί το προηγούμενο μήνα στη Βουλή όσο και από τον στόχο του 3,5% του ΑΕΠ που προβλέπει το πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής. Παράλληλα προβλέπει την καταβολή του κοινωνικού μερίσματος ύψους 1,4 δισ. ευρώ από τη υπέρβαση του στόχου του προωτογενούς πλεονάσματος του 2017 καθώς και τα μέτρα στήριξης των πληγέντων απο τις πρόσφατες θεομηνίες.

Τελευταία ενημέρωση: Τρίτη 21 Νοεμβρίου 2017, 22:23

Πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 3,82% του ΑΕΠ και ανάπτυξη 2,5% προβλέπει για το επόμενο έτος ο προϋπολογισμός και ο οποίος, όπως επισημαίνεται από το υπουργείο Οικονομικών, είναι ο τελευταίος που κατατίθεται στο πλαίσιο του μνημονίου.

Το πλεόνασμα είναι υψηλότερο από τον στόχο 3,5% του ΑΕΠ που έχει συμφωνηθεί με τους θεσμούς και σύμφωνα με το υπουργείο Οικονομικών, η δημοσιονομική προσπάθεια που έχει ήδη καταβληθεί, καθώς και η άρση της οικονομικής αβεβαιότητας και η σημαντική βελτίωση του οικονομικού κλίματος, είναι επαρκείς παράγοντες για την ασφαλή επίτευξή του.

Εφέτος, εκτιμάται πρωτογενές πλεόνασμα 2,44% του ΑΕΠ, έχοντας ήδη ενσωματώσει δαπάνη 1,4 δισ. ευρώ ή 0,78% του ΑΕΠ για το κοινωνικό μέρισμα, την επιστροφή των κρατήσεων στους συνταξιούχους και την εξόφληση των Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ) στη ΔΕΗ. Σημαντικός παράγοντας της υπέρβασης του 2017 ήταν το καλύτερο του αναμενόμενου αποτέλεσμα των ασφαλιστικών ταμείων, τόσο από την πλευρά των εσόδων όσο και από την πλευρά των δαπανών, καθώς και η χρηστή διαχείριση των δαπανών του τακτικού προϋπολογισμού.

Ο ρυθμός ανάπτυξης για το 2017 εκτιμάται στο 1,6% (το ΑΕΠ θα διαμορφωθεί σε 178,579 δισ. ευρώ) και όπως αναφέρεται στον προϋπολογισμό, η πρόβλεψη για επιτάχυνσή του (το ΑΕΠ θα ανέλθει σε 184,691 δισ. ευρώ) το επόμενο έτος στηρίζεται στις προβλέψεις για:

  • θετική συνεισφορά από την ιδιωτική κατανάλωση (κατά 0,8% του πραγματικού ΑΕΠ), που ενισχύεται από την ταχύτερη αύξηση της απασχόλησης και τη συνεχιζόμενη μείωση της ανεργίας,
  • θετική συνεισφορά από τον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου (κατά 1,4% του πραγματικού ΑΕΠ), που αναμένεται να αυξηθεί με διψήφιο ρυθμό λόγω του ευνοϊκότερου επενδυτικού περιβάλλοντος στη βάση των υλοποιούμενων μεταρρυθμίσεων του προγράμματος αλλά και της αυξημένης ζήτησης,
  • περαιτέρω βελτίωση του πραγματικού ελλείμματος στο ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών, κατά 0,2% του ΑΕΠ, εν μέσω αυξήσεων στην εξαγωγική και εισαγωγική δραστηριότητα.

Ειδικότερα, στην άνοδο του ΑΕΠ θα συμβάλουν η αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 1,2% (από +0,9% εφέτος) και της δημόσιας κατανάλωσης κατά 0,2% (από +0,9% εφέτος). Επίσης, οι ιδιωτικές επενδύσεις προβλέπεται να αυξηθούν κατά 11,4% (από +5,1% εφέτος), ενώ οι εισαγωγές θα αυξηθούν κατά 4,6% και οι εξαγωγές κατά 3,8%.

Η ανεργία προβλέπεται να υποχωρήσει περαιτέρω το 2018 στο 18,4% από 19,9% εφέτος, ενώ ο εναρμονισμένος πληθωρισμός θα διαμορφωθεί στο 0,8% από 1,2% εφέτος.

Το δημόσιο χρέος προβλέπεται να διαμορφωθεί το 2018 στο 179,8% του ΑΕΠ (332 δισ. ευρώ) από 178,2% του ΑΕΠ (318,3 δισ. ευρώ) εφέτος.

Όπως αναφέρεται στο κείμενο του προϋπολογισμού, η επαλήθευση των τρεχουσών εκτιμήσεων για το 2018 εξαρτάται από την πραγματοποίηση των παρακάτω οροσήμων που ενσωματώνονται στις υποθέσεις του βασικού μακροοικονομικού σεναρίου:

  • της ομαλής προόδου του προγράμματος στήριξης μέσω του ESM, έως την ολοκλήρωσή του τον Αύγουστο του 2018,
  • της ομαλής και ασφαλούς επιστροφής στις διεθνείς χρηματαγορές, με τη δημιουργία ενός ικανού ταμειακού αποθέματος ασφαλείας έναντι μελλοντικών κλονισμών στις διεθνείς αγορές,
  • της εφαρμογής των μεσοπρόθεσμων μέτρων για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους (συμπεριλαμβανομένης της πλήρους εξειδίκευσης του μηχανισμού προσαρμογής των μέτρων ελάφρυνσης στην πραγματική εξέλιξη του ΑΕΠ), και
  • της επικράτησης ομαλών συνθηκών στο διεθνές γεωπολιτικό και οικονομικό περιβάλλον, έναντι των διεθνών αναταράξεων που επενέργησαν από το 2015 (προσφυγική κρίση, εσωστρέφεια σε επίπεδο κρατών- μελών της ΕΕ, πολιτική αποκλίσεων από το γενικότερο πνεύμα της παγκόσμιας συνεργασίας).

Ωστόσο, επισημαίνεται ότι ο προϋπολογισμός του 2018 είναι ο τελευταίος που κατατίθεται στο πλαίσιο του προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής και σηματοδοτεί την είσοδο της χώρας σε μία νέα περίοδο οικονομικής σταθερότητας. Όπως προβλέπει το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018- 2021, στα έτη που ακολουθούν έχει εξασφαλιστεί ο αναγκαίος δημοσιονομικός χώρος ώστε να διευρυνθούν οι παρεμβάσεις ενίσχυσης της κοινωνικής προστασίας και να υλοποιηθούν οι σημαντικές μειώσεις φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Έσοδα ύψους 2.736,9 εκατ. ευρώ θέτει ως στόχο η κυβέρνηση για το 2018 από το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων

Έσοδα ύψους 2.736,9 εκατ. ευρώ (από 1.656,7 εκατ. ευρώ εφέτος) θέτει ως στόχο η κυβέρνηση για το 2018 από το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων από το ΤΑΙΠΕΔ, τα οποία κατανέμονται ως εξής:

  • Προσδοκώμενα έσοδα 613 εκατ. ευρώ από διαγωνισμούς, για τους οποίους έχουν υποβληθεί δεσμευτικές προσφορές, με αναμενόμενη πρώτη εκταμίευση το 2018.
  • Έσοδα 111,98 εκατ. ευρώ από καταβολές δόσεων, ολοκληρωμένων συναλλαγών προηγούμενων ετών (έως 2017).
  • Εκτιμώμενα έσοδα 2.011,92 εκατ. ευρώ από διαγωνισμούς έργων, οι οποίοι αναμένεται να ολοκληρωθούν το 2018.

Όπως αναφέρεται στον προϋπολογισμό, το Δημόσιο έχει εκπονήσει και υλοποιεί ένα φιλόδοξο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης της περιουσίας του, κύριος στόχος του οποίου είναι η προσέλκυση σημαντικών κεφαλαίων για την επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας και την ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης.

Η σχεδιασμένη μεταφορά επιλεγμένων περιουσιακών στοιχείων στον ιδιωτικό τομέα, επισημαίνεται, θα ωφελήσει πολλαπλά την ελληνική οικονομία με:

  • την άμεση μείωση του δημόσιου χρέους, από τις χρηματικές προσόδους του προγράμματος ιδιωτικοποίησης,
  • τη μείωση- εξάλειψη της κρατικής χρηματοδότησης, οποιασδήποτε μορφής, προς τους αντίστοιχους φορείς και τη συνεπακόλουθη μείωση των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού,
  • το άνοιγμα των αγορών και την ενίσχυση του ανταγωνισμού,
  • την αξιοποίησή τους, η οποία θα συμβάλλει στην ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας της χώρας και ιδιαίτερα της περιφέρειας, με τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και την αύξηση των φορολογικών εσόδων.

Ειδική αναφορά γίνεται στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας, στο πλαίσιο μιας ορθολογικής διαχείρισης και στοχευμένης αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου, η οποία μπορεί να εξασφαλίσει σημαντικά και σταθερά έσοδα σε μακροχρόνια βάση, να μειώσει το ύψος του χρέους και να δημιουργήσει πρόσθετα αναπτυξιακά οφέλη. Η πολιτική αυτή έχει ως βασικούς άξονες την καταγραφή, την προστασία και την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου, καθώς και τον εκσυγχρονισμό και την απλοποίηση των διαδικασιών και του νομοθετικού πλαισίου.

Οι δράσεις αφορούν στην καταγραφή της Δημόσιας Περιουσίας (Ψηφιακές Υπηρεσίες Δημόσιας Περιουσίας και Εθνικών Κληροδοτημάτων και Μητρώο Ακίνητης Περιουσίας), στην προστασία της (αξιοποίηση δορυφορικών δεδομένων) και στην αξιοποίησή της (Στέγαση δημόσιων υπηρεσιών- εξορθολογισμός και εξοικονόμηση δαπανών, κατεχόμενα και ανταλλάξιμα κτήματα).

Επίσης, στόχος είναι η προώθηση παρεμβάσεων για τις σχολάζουσες κληρονομιές (μέσω της υλοποίησης προγράμματος ταχείας εκκαθάρισής τους ώστε να μην παραμένουν υποθέσεις εκκρεμείς για μεγάλο χρονικό διάστημα), τα κληροδοτήματα και τους αιγιαλούς και τις παραλίες. Ειδικά για το τελευταίο, η διενέργεια ηλεκτρονικών δημοπρασιών για την παραχώρηση απλής χρήσης αιγιαλού και παραλίας που πραγματοποιήθηκε στο 2017 για έναν μικρό αριθμό θέσεων θα επεκταθεί σε όλες τις δημοπρατούμενες θέσεις, καθώς και σε άλλα αντικείμενα προς δημοπρασία (πχ αμμοληψίες), εξετάζοντας παράλληλα τη δυνατότητα διενέργειάς τους μέσω υπάρχοντος συστήματος του υπουργείου Οικονομικών. ‘Αμεσα έσοδα, σύμφωνα με το κείμενο του προϋπολογισμού, μπορούν να εξασφαλισθούν από την τροποποίηση της διαδικασίας παραχώρησης της χρήσης του αιγιαλού και της παραλίας, που γίνεται σήμερα έναντι μικρού τιμήματος για το Δημόσιο και αφορά στις περιπτώσεις που υπογράφονται μισθωτήρια συμβόλαια, με τη διενέργεια ηλεκτρονικών δημοπρασιών για την παραχώρηση απλής χρήσης αιγιαλού και παραλίας και αμμοληψιών. Παράλληλα, στόχος είναι η επικαιροποίηση και η απλούστευση του νομοθετικού πλαισίου που διέπει τον αιγιαλό- παραλία με αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών. Η στόχευση θα είναι διπλή: αφενός να διασφαλίζεται η προστασία του αιγιαλού και της παραλίας και αφετέρου να προωθείται και να διευκολύνεται η αναπτυξιακή πολιτική της χώρας.

Στο πλαίσιο, εξάλλου, της ανάδειξης της δημόσιας περιουσίας η Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας θα προχωρήσει με τη σύμπραξη εξειδικευμένων τμημάτων ελληνικών πανεπιστημίων, στον ακριβή προσδιορισμό των ορίων δημόσιων ακινήτων ιδιαίτερου φυσικού κάλλους ή ιδιαίτερης σημασίας για την οικονομία, που δεν ήταν δυνατό μέχρι σήμερα να οριοθετηθούν με τα υπάρχοντα μέσα και τη στελέχωση των υπηρεσιών (πχ. Καλντέρα νήσου Θήρας). Ο ακριβής εντοπισμός τέτοιων ακινήτων θα επιφέρει σημαντικά οφέλη για το δημόσιο συμφέρον, καθώς και αύξηση των εσόδων του Δημοσίου.

Στο κεφάλαιο για το δημόσιο χρέος γίνεται λόγος για νέα έξοδο στις αγορές

Για νέα έξοδο στις αγορές κάνει λόγο ο προϋπολογισμός στο κεφάλαιο για το δημόσιο χρέος. Στόχος, όπως επισημαίνεται, είναι η αναδημιουργία επαρκούς ρευστότητας και μίας αντιπροσωπευτικής καμπύλης αποδόσεων ομολόγων αναφοράς του Δημοσίου, καθώς και τη δημιουργία επαρκών ταμειακών διαθεσίμων ασφαλείας για την απρόσκοπτη χρηματοδότηση, αποκλειστικά από την διεθνή και εγχώρια αγορά κεφαλαίων μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος.

Στους σχεδιασμούς, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνεται σειρά νέων ομολογιακών εκδόσεων σταθερού επιτοκίου με κομβικές διάρκειες, ενώ εντός του Νοεμβρίου θα πραγματοποιηθεί η ανταλλαγή των ομολόγων προερχόμενων από το PSI με νέα ομόλογα, στο πλαίσιο ενός συντεταγμένου προγράμματος διαχείρισης υφιστάμενων υποχρεώσεων χαρτοφυλακίου χρέους, κατά τα πρότυπα της πρόσφατης επιτυχημένης έκδοσης του νέου 5ετούς ομολόγου λήξης 2022 και της αντίστοιχης ανταλλαγής ομολόγων λήξης 2019, που έλαβαν χώρα την 1η Αυγούστου εφέτος.

Σημειώνεται ότι, στο πλαίσιο της αρχής της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης από τις πρόσφατες αποφάσεις του Eurogroup της 15ης Ιουνίου 2017, διασφαλίζεται η επί της ουσίας παροχή έμμεσης εγγύησης από τους εταίρους προς τη χώρα για απρόσκοπτη έξοδό της στις αγορές, με πιθανή εκταμίευση στο τέλος του προγράμματος μέρους των αδιάθετων δανειακών κεφαλαίων του τρέχοντος προγράμματος, με στόχο τη δημιουργία ταμειακών διαθεσίμων ασφαλείας.

Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες αποφάσεις για λήψη περαιτέρω μέτρων ελάφρυνσης του δημοσίου χρέους σε μέσο-μακροχρόνιο ορίζοντα και την ενδεχόμενη σύνδεση αυτών με τους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης, εφόσον αυτά κριθούν απαραίτητα, αναμένεται να οδηγήσουν σε σημαντική αύξηση της ρευστότητας τόσο του Δημοσίου ειδικά, όσο και της ελληνικής οικονομίας γενικότερα, καθώς και στη σημαντική βελτίωση του οικονομικού και επενδυτικού κλίματος για τη χώρα, παράγοντες εξαιρετικά κρίσιμοι για οριστική έξοδο από την κρίση.

Επίσης, κατά το επόμενο έτος, θα διατηρηθούν οι βασικοί μεσοπρόθεσμοι στόχοι διαχείρισης του χαρτοφυλακίου δημοσίου χρέους, όπως είναι η διατήρηση του συναλλαγματικού κινδύνου στα σημερινά ελάχιστα επίπεδα για τα δάνεια εκτός ευρώ και η βελτίωση της αναλογίας χρέους σταθερού επιτοκίου στο σύνολο του χαρτοφυλακίου.

Καθοριστικό ρόλο για την επίτευξη των προαναφερόμενων διαχειριστικών στόχων θα έχουν τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, που αναμένεται να ολοκληρωθούν έως τη λήξη του προγράμματος τον Αύγουστο του 2018. Στη συνέχεια θα εξεταστεί η εφαρμογή του δεύτερου πακέτου μέτρων, προκειμένου να ενισχυθεί η βιωσιμότητα του χρέους, ώστε οι ετήσιες μικτές χρηματοδοτικές ανάγκες να παραμένουν χαμηλότερες του 15% ως ποσοστό του ΑΕΠ σε μεσοπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα και χαμηλότερες του 20% μακροπρόθεσμα. Τα μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους περιλαμβάνουν τη μείωση του επιτοκίου του δανείου που είχε συναφθεί το 2012 στο πλαίσιο της επαναγοράς του χρέους, μέσω της πλήρους κατάργησης από το 2018 του περιθωρίου που εφαρμόζεται επί του τρέχοντος επιτοκίου, τη χρησιμοποίηση από το 2017 των κερδών από τα ελληνικά ομόλογα «ANFA» και «SMP» για τη μείωση των μικτών χρηματοδοτικών αναγκών, περιλαμβανομένων και των κερδών του έτους 2014, τη μερική αποπληρωμή δανείων του «επίσημου τομέα» μέσω αχρησιμοποίητων πόρων του ESM και την περαιτέρω εξομάλυνση των λήξεων των δανείων του EFSF με επιμήκυνση της μέσης σταθμικής τους διάρκειας, σταθεροποίηση των επιτοκίων τους και αναβολή πληρωμής τόκων.

Όπως επισημαίνεται, οι αποφάσεις του Eurogroup της 15ης Ιουνίου 2017 υποστηρίζουν την επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές με τη δημιουργία ταμειακών διαθεσίμων ασφαλείας, όπως έγινε και με τις υπόλοιπες χώρες που ολοκλήρωσαν τα προγράμματα προσαρμογής. Η δημιουργία ταμειακών διαθεσίμων ασφαλείας θα γίνει μέσω του ESM και πιθανά μέσω νέων εκδόσεων ομολόγων. Ως εκ τούτου αναμένεται μία προσωρινή αύξηση του δημοσίου χρέους για το 2018, το τελικό ύψος της οποίας θα διαμορφωθεί από τα ποσά που θα αντληθούν για τον σκοπό αυτό.

Οι χρηματοδοτικές ανάγκες του Δημοσίου κατά το α’ εξάμηνο του 2017 καλύφθηκαν ως επί το πλείστον με βραχυπρόθεσμο εσωτερικό δανεισμό: μηνιαίες εκδόσεις εντόκων γραμματίων τρίμηνης και εξάμηνης διάρκειας και πράξεις διαχείρισης ταμειακής ρευστότητας υπό τη μορφή repos, τις οποίες συνάπτει ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) για την αξιοποίηση των διαθεσίμων, κυρίως, των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης. Επιπλέον, στο πλαίσιο της σύμβασης χρηματοδότησης με τον ESM, εκταμιεύτηκαν 8,5 δισ. ευρώ και αναμένεται η εκταμίευση επιπλέον ποσού της τάξης των 5,5 δισ. ευρώ μετά την ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης.

Στις 30/09/2017, το σύνολο των ευρωπαϊκών δανείων του πρώτου, του δεύτερου και του τρίτου προγράμματος στήριξης (GLF, EFSF, ESM) ανήλθε σε 221.182,4 εκατ. ευρώ, ενώ τα αντίστοιχα δάνεια προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο διαμορφώθηκαν σε 11.541,9 εκατ. ευρώ.

Στο ποσό των 54,244 δισ. ευρώ αναμένεται να διαμορφωθούν τα έσοδα και στα 55,188 δισ. ευρώ οι δαπάνες το 2018

Στο ποσό των 54,244 δισ. ευρώ αναμένεται να διαμορφωθούν τα έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού (τακτικού προϋπολογισμού και Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων) το 2018 έναντι 52,142 δισ. ευρώ φέτος.

Οι δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού ( τακτικού και ΠΔΕ) προβλέπεται να ανέλθουν στα 55,188 δισ. ευρώ έναντι 57,265 δισ. ευρώ φέτος.

Το πρωτογενές αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης προβλέπεται να διαμορφωθεί σε 7,051 δισ. ευρώ ή 3,8% του ΑΕΠ.

Στην εισηγητική έκθεση του προϋπολογισμού επισημαίνεται ότι «βασική προτεραιότητα της δημοσιονομικής στρατηγικής παραμένει και για το έτος 2018 η επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων που περιλαμβάνονται στη Σύμβαση Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης (ΣΧΔ) καθώς και των βιώσιμων ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης με την εδραίωση του κλίματος εμπιστοσύνης για μακροπρόθεσμες επενδύσεις δίνοντας παράλληλα ιδιαίτερη έμφαση στην κοινωνική συνοχή. Η δημοσιονομική στρατηγική προβλέπει στόχο πρωτογενούς πλεονάσματος της Γενικής Κυβέρνησης ύψους 3,5% του ΑΕΠ.

Η επίτευξη του στόχου αυτού επιδιώκεται με τη συνέχιση της υλοποίησης δράσεων, αλλά και την έναρξη νέων όπως:

  • η περαιτέρω ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης (συμμετοχή σε κληρώσεις με χρηματικά έπαθλα, διαμόρφωση αφορολογήτου με βάση το ύψος των ετήσιων ηλεκτρονικών πληρωμών),
  • το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων,
  • οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων και η αναμόρφωση των μηχανισμών εποπτείας και ελέγχου της αγοράς,
  • ο εκσυγχρονισμός του συστήματος δημόσιας υγείας, κοινωνικής ασφάλισης και πρόνοιας,
  • οι παρεμβάσεις για τη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους και η εισαγωγή σύγχρονου μηχανισμού για τον εξωδικαστικό συμβιβασμό,
  • η εφαρμογή διαρθρωτικών παρεμβάσεων με αναπτυξιακή προοπτική,
  • η προστασία των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων και οι παρεμβάσεις για την προστασία της πρώτης κατοικίας,
  • η ολοκλήρωση της υλοποίησης του προγράμματος εξόφλησης ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης προς την πραγματική οικονομία,
  • η επισκόπηση δαπανών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, προκειμένου να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα των δημοσίων δαπανών και να ενισχυθούν οι δαπάνες σε τομείς με υψηλή κοινωνική αποτελεσματικότητα, αποφέροντας για το σύνολο της Γενικής Κυβέρνησης προβλεπόμενη εξοικονόμηση ποσού ύψους περίπου 260 εκατ. ευρώ και
  • η εφαρμογή κανόνα προσλήψεων-αποχωρήσεων 1:3.
  • Επισημαίνεται ότι στο 2018 έχουν προβλεφθεί πιστώσεις συνολικού ύψους 260 εκατ. ευρώ περίπου, που προέρχονται από την επισκόπηση δαπανών, τα οποία θα διατεθούν για την υλοποίηση δράσεων κοινωνικής προστασίας.»

Αναλυτικά σε ότι αφορά στην πορεία των εσόδων προβλέπονται τα ακόλουθα:

  • Τα καθαρά έσοδα του Τακτικού Προϋπολογισμού, προβλέπεται να διαμορφωθούν στα 50,509 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 1,795 δισ. ευρώ έναντι του 2017.
  • Τα έσοδα από τους άμεσους φόρους προβλέπεται ότι θα διαμορφωθούν στα 20,766 δισ. ευρώ, αυξημένοι κατά 478 εκατ. ευρώ έναντι του 2017.

Ειδικότερα:

  • Τα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων, προβλέπεται να διαμορφωθούν στα 8,725 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 456 εκατ. ευρώ έναντι του 2017, κυρίως λόγω της εκτιμώμενης απόδοσης των παρεμβάσεων που αφορούν στην κατάργηση του 25% του αφορολόγητου σε βουλευτές και δικαστικούς λειτουργούς, τη φορολόγηση της βραχυπρόθεσμης μίσθωσης ακινήτων, την κατάργηση της έκπτωσης στις ιατρικές δαπάνες, καθώς και της έκπτωσης 1,5% στην παρακράτηση φόρου.
  • Τα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων προβλέπεται να παρουσιάσουν μείωση κατά 111 εκατ. ευρώ έναντι του 2017 και να διαμορφωθούν στα 3,322 δισ. ευρώ, λόγω της επίδρασης της αυξημένης προκαταβολής του έτους 2017.
  • Τα έσοδα από τους φόρους περιουσίας προβλέπεται να φθάσουν στα 3,379 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση κατά 179 εκατ. ευρώ έναντι του 2017, η οποία οφείλεται, κυρίως, στην μετακύλιση της τελευταίας δόσης του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) του έτους 2017, στον Ιανουάριο του 2018.
  • Τα έσοδα από τους άμεσους φόρους Παρελθόντων Οικονομικών Ετών ( ΠΟΕ) αναμένεται να διαμορφωθούν στα 1,718 δισ. ευρώ, μειωμένα κατά 103 εκατ. ευρώ έναντι του 2017, ενώ τα έσοδα από τους λοιπούς άμεσους φόρους θα διαμορφωθούν στα 2,362 δισ. ευρώ, μειωμένα κατά 8 εκατ. ευρώ έναντι του 2017.
  • Τα έσοδα από τους άμεσους φόρους προβλέπεται να διαμορφωθούν στα 27,390 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 473 εκατ. ευρώ έναντι του 2017.

Ειδικότερα:

  • Τα έσοδα από ΦΠΑ αναμένεται να ανέλθουν στα 15,845 δισ. ευρώ αυξημένα κατά 78 εκατ. ευρώ έναντι του 2017.
  • Τα έσοδα από τους φόρους κατανάλωσης θα διαμορφωθούν στα 9,706 δισ. ευρώ αυξημένα κατά 439 εκατ. ευρώ έναντι του 2017, κυρίως λόγω της αύξησης των εσόδων από καπνικά προϊόντα ύστερα από την αποθεματοποίηση που συντελέστηκε το έτος 2016 και επηρέασε αρνητικά τα έσοδα του 2017.
  • Τα έσοδα από τους έμμεσους φόρους ΠΟΕ θα διαμορφωθούν στα 851 εκατ. ευρώ, μειωμένοι κατά 71 εκατ. ευρώ έναντι του 2017.
  • Τα έσοδα του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για το έτος 2018 προβλέπεται να διαμορφωθούν στα 3,735 δισ. ευρώ σε ταμειακή βάση, και στα 3,764 δισ. ευρώ σε δεδουλευμένη βάση, χωρίς να παρουσιάζουν απόκλιση από το στόχο.

Σε ότι αφορά την πορεία των δαπανών ο προϋπολογισμός προβλέπει τα ακόλουθα:

  • Οι συνολικές δαπάνες του Τακτικού Προϋπολογισμού για το έτος 2018 προβλέπεται να διαμορφωθούν στα 48,438 εκατ. ευρώ, μειωμένες κατά 916 εκατ. ευρώ σε σχέση το στόχο του Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018-2021, κυρίως λόγω της μείωσης της δαπάνης τόκων, της επανεκτίμησης της επιχορήγησης στον ΕΦΚΑ για την πληρωμή των συντάξεων του Δημοσίου, της μείωσης του ελλείμματος του ΕΛΕΓΕΠ, της επανεκτίμησης των αποδιδόμενων πόρων στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και της επανεκτίμησης των δαπανών για καταπτώσεις εγγυήσεων σε φορείς εκτός Γενικής Κυβέρνησης.
  • Οι πρωτογενείς δαπάνες του Τακτικού Προϋπολογισμού προβλέπεται ότι θα διαμορφωθούν στα 43,238 δισ. ευρώ, μειωμένες κατά 216 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου του ΜΠΔΣ 2018-2021.
  • Οι δαπάνες αποδοχών και συντάξεων προβλέπεται να ανέλθουν στα 12,298 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 371 εκατ. ευρώ σε σχέση με το 2017, κυρίως λόγω των αυξημένων εργοδοτικών εισφορών του κράτους ως εργοδότη υπέρ του ΕΦΚΑ για τους υπαλλήλους που υπάγονταν στο συνταξιοδοτικό καθεστώς του Δημοσίου έως 31/12/2016 (από 3,33% το 2017 σε 6,67% το 2018), της αναμόρφωσης των ειδικών μισθολογίων, καθώς και της συνεχιζόμενης από το 2017 μείωσης του αριθμού των αποχωρήσεων λόγω συνταξιοδότησης.
  • Οι δαπάνες που αφορούν πρόσθετες παροχές προβλέπεται να ανέλθουν στα 417 εκατ. ευρώ, έναντι 348 εκατ. ευρώ για το έτος 2017. Η αύξηση οφείλεται κυρίως στη μεταφορά της δαπάνης της ειδικής αποζημίωσης για νυχτερινή απασχόληση στα στελέχη των Σωμάτων Ασφαλείας από τη μείζονα κατηγορία των αποδοχών και συντάξεων στην κατηγορία πρόσθετες και παρεπόμενες παροχές, σύμφωνα με νομοθετικές παρεμβάσεις που περιελήφθησαν στα ειδικά μισθολόγια.
  • Οι καταναλωτικές δαπάνες προβλέπεται να διαμορφωθούν στα 1,951 δισ. ευρώ, καλύπτοντας κυρίως, τις καταναλωτικού χαρακτήρα δαπάνες λειτουργίας των φορέων της κεντρικής διοίκησης, τις δαπάνες για προμήθεια αγαθών και υπηρεσιών και τις δαπάνες μετακίνησης του προσωπικού για εκτέλεση υπηρεσίας.

Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται και δράσεις συνολικού ύψους 260 εκατ. ευρώ περίπου για την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής που χρηματοδοτούνται από την επισκόπηση των πρωτογενών λειτουργικών δαπανών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης.

  • Για την αντιμετώπιση απρόβλεπτων και έκτακτου χαρακτήρα δαπανών έχουν προβλεφθεί πιστώσεις ύψους 1 δισ. ευρώ, όπως είχε προβλεφθεί αρχικά και στον προϋπολογισμό του 2017.
  • Οι δαπάνες για μεταβιβαστικές πληρωμές προβλέπεται να διαμορφωθούν στα 20,272 δισ. ευρώ και θα καλύψουν κυρίως ανάγκες επιχορήγησης της κοινωνικής ασφάλισης, των νοσηλευτικών ιδρυμάτων και των δαπανών για την κοινωνική προστασία (επιδόματα πολυτέκνων, επίδομα θέρμανσης, επιχορήγηση στο ΑΚΑΓΕ, καθώς και άλλες δαπάνες κοινωνικού χαρακτήρα).

Στις παραπάνω δαπάνες περιλαμβάνονται και δράσεις για:

  • την πλήρη εφαρμογή του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης (ύψους 760 εκατ. ευρώ),
  • την επιχορήγηση του ΕΦΚΑ για την πληρωμή των συντάξεων του Δημοσίου και
  • τη συνεισφορά του Δημοσίου για την προστασία της κύριας κατοικίας των υπερχρεωμένων νοικοκυριών (ύψους 50 εκατ. ευρώ).

Οι δαπάνες για τόκους θα ανέλθουν στα 5,2 δισ. ευρώ, έναντι των 6 δισ. ευρώ της εκτίμησης του 2017.